το βιβλίο του μαθητή

Η Λατρεία της Δήμητρας στην Ελευσίνα.

Η Ιστορία της Περσεφόνης.

Εκείνη την Κυριακή, ο μικρός Ορέστης πήγε επίσκεψη στο σπίτι της γιαγιάς του, στην Ελευσίνα. Ήταν ένα υπέροχο πρωινό και έπαιζε με τα ξαδέλφια του, τα παιδιά της θείας Αφρούλας, στο γρασίδι του πάρκου. Κάποια στιγμή, πάνω στο κέφι του παιχνιδιού, ο Ορέστης έδωσε μια φοβερή κλωτσιά που έστειλε τη μπάλα πάνω από τα κάγκελα της περίφραξης του Αρχαιολογικού Χώρου.
Έπρεπε, λοιπόν, αφού αυτός ήταν ο υπεύθυνος της κλωτσιάς, να φροντίσει για την επιστροφή της μπάλας
Ο φύλακας στην Είσοδο του Αρχαιολογικού Χώρου τον άφησε, γελαστός, να περάσει. Το αγόρι έτρεξε στο βάθος της πλακόστρωτης αυλής, αλλά μαζί του έτρεξε, κάνοντας χαρές, και η άσπρη σκυλίτσα του Αρχαιολογικού Χώρου, χαρούμενη που βρήκε σύντροφο στα παιχνίδια της. Όμως ο Ορέστης αισθανόταν κουρασμένος και κάθησε στις αρχαίες πέτρες να  ξεκουραστεί. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Όταν τα άνοιξε πάλι, η άσπρη σκυλίτσα ήταν ακόμα εκεί.

Τον κοίταξε με τα μελιά της μάτια και του είπε:
-Με λένε Περσεφόνη. Μου έδωσαν αυτό το όνομα για χάρη της αρχαίας, της μυθικής Περσεφόνης.
-Και ποια ήταν αυτή; ρώτησε ο Ορέστης.
-Μα δεν ξέρεις; απόρησε η σκυλίτσα, τεντώνοντας έκπληκτη τα αυτιά της. Μου φαίνεται πρέπει να σου διηγηθώ τον μύθο. Λοιπόν, στα αρχαία χρόνια οι Έλληνες πίστευαν σε
πολλούς θεούς, που ο καθένας τους ήταν αρμόδιος για κάτι ξεχωριστό. Σπουδαιότεροι ήταν οι Δώδεκα θεοί που κατοικούσαν στον Όλυμπο, με αρχηγό τον Δία. Αδελφή του
Δία ήταν η Δήμητρα, θεά πολύ σεβαστή, γιατί αυτή «δίδαξε στους ανθρώπους πώς να καλλιεργούν τη γη ώστε να τους δίνει σιτάρι, κριθάρι και τους άλλους καρπούς.
-Γι αυτό τα σιτηρά τα ονομάζουμε και δημητριακούς καρπούς! είπε η Μαργαρίτα, η ριγωτή γάτα του Αρχαιολογικού Χώρου, που στο μεταξύ είχε προστεθεί στη συντροφιά.
-Μη με διακόπτεις, Μαργαρίτα! είπε ενοχλημένη η σκυλίτσα, και στράφηκε ξανά στον Ορέστη. Η Δήμητρα λοιπόν, είχε μία μοναχοκόρη, τη γλυκειά και όμορφη Περσεφόνη. Αυτή την είδε κάποτε ο Πλούτωνας, ο θεός του Κάτω Κόσμου καιτην ερωτεύθηκε. Κατάλαβε όμως ότι η μητέρα της, που την υπεραγαπούσε, δεν θα του την έδινε ποτέ για γυναίκα, να  κατοικήσει στα σκοτάδια του Άδη, στο βασίλειο των νεκρών.
Γι αυτό αποφάσισε να την κλέψει.
-Ελπίζω κάποιος να κλέψει κι εσένα Περσεφόνη, νιαούρισε κάτω από τα μουστάκια της η Μαργαρίτα.
-Πάψε ανόητο ζώο, γαύγισε η Περσεφόνη και συνέχισε, κάπως συγχυσμένη, την ιστορία της. Μια μέρα λοιπόν, που η Περσεφόνη έπαιζε με τις φίλες της, τις κόρες του Ωκεανού, σε ένα λιβάδι γεμάτο ρόδα, κρίνα...
-...και μαργαρίτες, συμπλήρωσε η γάτα, και συγχρόνως πήδησε στην κορυφή ενός σπασμένου μαρμάρινου κίονα, για να αποφύγει τη σκυλίτσα που είχε πραγματικά θυμώσει για τις διακοπές στη διήγηση.
-Η ξανθή κόρη, λοιπόν, ξεμάκρυνε από τις φίλες της και πήγε να κόψει έναν υπέροχο, ευωδιαστό νάρκισσο. Εκείνη τη στιγμή, άνοιξε η γη, πετάχθηκε από μέσα ο Πλούτωνας, άρπαξε την Περσεφόνη στο άρμα του, που το έσερναν τέσσερα άλογα μαύρα σαν το σκοτάδι, και την κατέβασε στον Άδη. Η Δήμητρα ανησύχησε που δεν γύρισε η Κόρη της και βγήκε να την ψάξει
Εννιά μερόνυχτα γύριζε η απελπισμένη μάνα, γυρεύοντας την Κόρη της, χωρίς ξεκούραση, χωρίς να φάει και χωρίς να πιει. Μάταια! Κανείς δεν γνώριζε τίποτα! Στο τέλος, ο Ήλιος, ο μόνος που, από την κορυφή του ουρανού, είχε δει την αρπαγή, φανέρωσε την αλήθεια. Εκείνη πικραμένη, ούτε που ήθελε να επιστρέψει στον Όλυμπο, αλλά γυρνούσε άσκοπα, ώσπου ο δρόμος την έφερε στην Ελευσίνα Εδώ, βασίλευε τότε ο Κελεός με τη γυναίκα του την Μετάνειρα .
-Και που κατοικούσαν αυτοί; ρώτησε ο Ορέστης.
-Μάλλον εκεί, στην κορυφή του λόφου, γιατί τότε οι άρχοντες έκτιζαν τα ανάκτορα τους σε υψώματα.
-Α, ναι! Και στις Μυκήνες που πήγαμε εκδρομή το περασμένο καλοκαίρι, το παλάτι των βασιλιάδων ήταν στην κορυφή του βουνού, θυμήθηκε ο Ορέστης.
-Έτσι συνήθιζαν τότε, στη μυκηναϊκή εποχή, είπε και η Μαργαρίτα, για να δείξει ότι ήταν μια μορφωμένη γάτα.
-Ας επιστρέψουμε στην ιστορία μας, γρύλισε η Περσεφόνη. Η Δήμητρα λοιπόν, όταν έφθασε κουρασμένη στην Ελευσίνα, κάθησε να ξαποστάσει δίπλα σε ένα πηγάδι.
-Να εκεί πίσω είναι, κοίτα το! είπε η Μαργαρίτα και πηδώντας από την κορυφή του κίονα, έδειξε ένα πηγάδι που είχε στόμιο καλοχτισμένο, με μεγάλες γκρίζες πέτρες. Το ονόμαζαν Καλλίχορο, συνέχισε η γάτα, γιατί τα κορίτσια της  Ελευσίνας, έπαιρναν νερό από εδώ και έστηναν τριγύρω του καλούς, ωραίους χορούς
-Θα με αφήσεις να τελειώσω την ιστορία; διαμαρτυρήθηκε η Περσεφόνη. Λοιπόν Ορέστη, οι τέσσερις κόρες του βασιλιά Κελεού κατέβηκαν στο πηγάδι να πάρουν νερό και συνάντησαν τη Δήμητρα, που ο πόνος την είχε γεράσει και οι κακουχίες της περιπλάνησης είχαν σβήσει τη θεϊκή της όψη, και την έκαναν να μοιάζει με μια ταλαίπωρη γριά. Τα κορίτσια την λυπήθηκαν και της πρότειναν να έρθει μαζί τους στο παλάτι, να αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή του μικρού αδελφού τους Δημοφώντα, που ήταν ακόμα μωρό στην κούνια.
-Και δέχτηκε η θεά να γίνει παραμάνα του Δημοφώντα; ρώτησε ο Ορέστης.
-Δέχτηκε και αγάπησε το μικρό πρίγκηπα σαν παιδί της. Τον έτρεφε με αμβροσία, την τροφή των θεών και τις νύχτες τον κρατούσε πάνω από τη φωτιά, που άναβε στο κέντρο του μεγάρου, για να τον κάνει αθάνατο. Ώσπου μια νύχτα η Μετάνειρα, παραξενεμένη από τη θαυμαστή ανάπτυξη του παιδιού, μπήκε στην αίθουσα, τρόμαξε με το θέαμα, έβαλε τις φωνές και διέκοψε το έργο της θεάς. Τότε η Δήμητρα αποκάλυψε ποια ήταν και διέταξε τον Κελεό και τους Ελευσίνιους να της χτίσουν ένα ναό.
-Που ήταν αυτός ο ναός; ρώτησε με περιέργεια ο Ορέστης.
-Να εκεί, στην πλαγιά, κάτω από την κορυφή του λόφου, έδειξε με το μπροστινό της πόδι η Μαργαρίτα.
-Και σώζεται ως σήμερα; ξαναρώτησε ο μικρός.
-Όχι βέβαια, εκείνος ο πρώτος, ο αρχικός. Γιατί εκεί στην ίδια θέση χτίστηκαν πολλοί ναοί, ο ένας ύστερα από τον άλλο, αφού με τα χρόνια πάλιωσε ο ένας και έχτισαν καινούργιο, ύστερα αυξήθηκε ο αριθμός των πιστών και έχτισαν μεγαλύτερο, ύστερα ήρθαν εχθροί, οι Πέρσες, που τον κατέστρεψαν και έτσι πάλι χτίστηκε άλλος λαμπρότερος, πάντα όμως στην ίδια θέση, εκεί που υπέδειξε αρχικά η θεά, εξήγησε η γάτα, καμαρώνοντας για τις γνώσεις της
Η σκυλίτσα όμως ανυπομονούσε να συνεχίσει την ιστορία της.
-Η θεά κλείστηκε, λοιπόν, μέσα στο ναό που της έκτισαν οι Ελευσίνιοι, απαρηγόρητη για το χαμό της κόρης της και από τη θλίψη της η γη δεν έβγαζε καρπούς, οι άνθρωποι
πεινούσαν, δεν έκαναν πια θυσίες στους θεούς και όλοι ήταν δυστυχισμένοι. Είδε και απόειδε ο Δίας, ο αρχηγός των θεών, και έστειλε τον αγγελιοφόρο του, τον Ερμή, να μηνύσει στον  Πλούτωνα, πως πρέπει να επιστρέψει την κόρη στην μητέρα της. Ο θεός του Κάτω Κόσμου δεν παράκουσε την εντολή του Δία, αλλά πριν φύγει η Περσεφόνη, της έδωσε να φάει ένα ρόδι, γιατί ήξερε πως έτσι την έδενε μαζί του και ο χωρισμός τους δεν θα ήταν παντοτινός. Ο Ερμής οδήγησε την Περσεφόνη στον Πάνω Κόσμο, όπου συνάντησε την μητέρα της και αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν και γελούσαν για ώρες. Όταν όμως η Δήμητρα έμαθε για το ρόδι, κατάλαβε ότι η κόρη της θα έπρεπε να κατεβαίνει στον Άδη για τέσσερις μήνες κάθε χρόνο, και θα έμενε μαζί της, πάνω στη γη, το υπόλοιπο διάστημα του έτους...
-Και που συναντήθηκαν μάνα και κόρη; ήταν η σειρά του Ορέστη να διακόψει την ιστορία.
-Να! Βλέπεις εκείνη τη σπηλιά, στην πλαγιά του λόφου, κάτω από το εκκλησάκι; πετάχτηκε η Μαργαρίτα. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι εκεί υπήρχε ένα πέρασμα από τον Άδη στη Γη. Γι'αυτό έχτισαν αργότερα σε αυτό το σημείο, ένα ναό αφιερωμένο στον Πλούτωνα, το Πλουτώνειο.
-Αφήστε με επιτέλους να τελειώσω την ιστορία! γαύγισε η Περσεφόνη. Ξέχασα και που είχαμε μείνει.
-Εκεί που ξαναβρέθηκαν μάνα και κόρη! την βοήθησε ο Ορέστης.
-Α, ναι! Λοιπόν, άνθισε τότε όλη η γη, γέμισε καρπούς, και η Δήμητρα, ευχαριστημένη συγκέντρωσε τους Ελευσίνιους και τους δίδαξε τότε, για πρώτη φορά, πώς να την λατρεύουν, με τα Μυστήρια
-Και τι κάνανε στα Μυστήρια; δεν κρατήθηκε να ρωτήσει ο Ορέστης.
-Α, δεν ξέρουμε! Γιατί η θεά έδωσε αυστηρή διαταγή σε όσους τα μάθαιναν και γίνονταν μύστες, να μην αποκαλύπτουν τίποτα σε αυτούς που δεν ήταν πιστοί ή δεν τα είχαν
διδαχθεί ακόμα .
-Και που γινόταν η τελετή των Μυστηρίων; ρώτησε ο μικρός.
-Μα φυσικά στο ναό της θεάς, που τον ονόμαζαν Τελεστήριο. Πάμε να τον δούμε! είπε η Μαργαρίτα και ανηφόρισε γρήγορα στο δρομάκι που οδηγούσε στο ναό. Ο Ορέστης και
Περσεφόνη έτρεξαν ξοπίσω της.
-Να, εδώ ήταν το Τελεστήριο, ο ναός της Δήμητρας. Σήμερα, βέβαια, ύστερα από τόσους αιώνες, σώζονται μόνο ερείπια, είπε η Μαργαρίτα. Γι αυτό Ορέστη πρέπει να βάλεις τη φαντασία σου να δουλέψει! Να, εδώ στο κέντρο ήταν κτισμένο ένα μικρότερο δωμάτιο, σα ναός κι αυτό, που φύλαγαν μέσα τα ιερά αντικείμενα της λατρείας
-Και δίπλα σε αυτό το δωμάτιο ήταν ο θρόνος του μεγάλου Ιερέα, που τον ονόμαζαν Ιεροφάντη, συμπλήρωσε η Περσεφόνη.
-Και γύρω, σε αυτά τα σκαλοπάτια που είναι σκαλισμένα στο βράχο, στέκονταν οι μύστες και παρακολουθούσαν τις τελετές, εξήγησε η Μαργαρίτα.
-Έλα να ανέβουμε στο Μουσείο! Να δεις την αναπαράσταση του ναού και ολόκληρου του Αρχαιολογικού Χώρου, όπως ήταν στην αρχαιότητα, του πρότεινε η σκυλίτσα και
έφυγε πηδώντας προς το Μουσείο.
-Να ξεκουραστώ πρώτα λίγο, είπε ο Ορέστης, ζαλισμένος από τα πολλά και θαυμαστά καινούργια πράγματα που έμαθε εκείνη τη μέρα. Κάθησε σε ένα σκαλοπάτι, έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να φανταστεί τι έβλεπαν τότε, πολλούς αιώνες πριν, οι αρχαίοι μύστες καθισμένοι στα ίδια σκαλοπάτια, μέσα στο μισοσκόταδο του ναού.
-Ορέστη, σε χάσαμε, πού ήσουν; Αποκοιμήθηκες; άκουσε γνώριμες φωνές. Ήταν η μητέρα του και τα ξαδέλφια του που τον έψαχναν.
-Α, έχω πολλά να σας διηγηθώ! Η σκυλίτσα, η Περσεφόνη, και η γάτα του αρχαιολογικού χώρου, μου είπαν θαυμαστές ιστορίες...
-Αστεράκι μου, οι γάτες και οι σκυλίτσες δεν μιλάνε, του είπε με σιγουριά η μητέρα του.
-Παρά μόνο σε ένα μέρος σαν την Ελευσίνα, όπου από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα συμβαίνουν θαύματα, σκέφτηκε μέσα του ο Ορέστης. Αλλά, δυνατά, είπε μόνο:
-Παιδιά, μαμά, πάμε να δούμε το Μουσείο;

 
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 
 
 
1
 
2
 
3
 
4
 
5
 
6
 
7
 
8
 
9
 
10
 
11
 
12
 
13
 
14
 
15
 
16
 
17
 
18
 
19
 
20
 
21
 
22
 
23
 
24
 
25
 
26
 
27
 
28
 
29
 
30